Κατ’ αρχήν να πω ότι θεωρώ πως τα μέτρα καταστολής δεν είναι ικανά να λύσουν το πρόβλημα στη ρίζα του, καθώς αυτό έχει να κάνει με ένα συνολικό επίπεδο αντίληψης του τρόπου ζωής, στο βαθμό που αυτός παρουσιάζεται αλλοτριωμένος σε όλες της βαθμίδες έκφανσης του. Ωστόσο αναζητείται μία λύση που θα μπορέσει να αμβλύνει τουλάχιστον το πρόβλημα της ηχορύπανσης προκειμένου να καταστεί βιώσιμη στον ελάχιστον βαθμό η περιοχή για τους κατοίκους που ενοχλούνται. Γιατί σαφώς υπάρχουν και εκείνοι που δεν ενοχλούνται καθώς, άλλη επίδραση έχει ο θόρυβος π.χ. στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας και άλλη στο ρετιρέ της ιδίας, ενώ ο δήμος έχει φροντίσει να πεζοδρομήσει σημεία εμπορικού ενδιαφέροντος και να κατευθήνει τη ροή των οχημάτων στους εμπορικά “αδιάφορους” δρόμους. Στο συγκεκριμένο δρόμο μάλιστα που κατοικώ, η είσοδος γίνεται από δύο διαφορετικά σημεία ενώ αποτελεί μοναδική διέξοδο για την κυκλοφορία (εναλλακτικές οδηγούν τα αυτοκίνητα σε μια δαιδαλώδη διαδρομή προκειμένου να φτάσουν στο επιθυμητό σημείο) με αποτέλεσμα να περνούν ακόμα και νταλίκες.

Θα προσπαθήσω να σας δώσω την εικόνα της κατάστασης όπως την αντιλαμβάνομαι: η περιοχή είναι στην κυριολεξία κατειλλημένη από καταστήματα κάθε είδους: εμπορικά, καφετέριες, μπαρ, φαγάδικα. Υπάρχουν βέβαια και τα γνωστά μπαρ όπου εκδίδονται γυναίκες, αλλά λόγω του “έργου” τους, παρουσιάζονται διακριτικότερα. Η κίνηση είναι συνεχής καθ’ όλο το 24ωρο καθώς όταν κλείνουν τα εμπορικά, αρχίζει η δουλειά στα υπόλοιπα που κρατά μέχρι το πρωι. Αυτό βέβαια από μόνο του δεν συντελεί πρόβλημα και θε έλεγε κάποιος ότι είναι δείγμα… οικονομικής υγείας η άνθιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε μία περιοχή. Όμως…

Δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες υποδομές φιλοξενίας των πελατών. Αυτό σημαίνει ότι τα γύρω στενά (εκτός από εκείνα που προορίζονται για επέκταση της εμπορικής πιάτσας) να έχουν μετατραπεί σε παρκινγκ αυτοκινήτων και μάλιστα από εκείνα που έχουν την δυνατότητα να προσφέρονται δωρεάν και κυρίως χωρίς χρονική δέσμευση. Αλλά ούτε αυτό είναι από μόνο πρόβλημα. Το πρόβλημα, απ’ ότι φαίνεται το δημιουργούν οι ίδιοι οι άνθρωποι καθώς:

Ένας μεγάλος αριθός αυτοκινήτων είναι τροποποιημένα από κάποια “τζιμάνια” συνεργεία (τα οποία κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να απαγορευτούν) έτσι ώστε να
παράγουν τον μεγαλύτερο δυνατό θόρυβο. Ρωτώντας κάποιον τεχνικό με πληροφόρησε ότι η τροποποίηση είναι δυνατή χωρίς το αυτοκίνητο να παράγει θόρυβο κι ότι αυτό είναι καθαρά θέμα επιλογής. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρότατος θόρυβος αποτελεί για τους κατόχους των οχημάτων ένα, ας πούμε, ποιότικό χαρακτηριστικό το οποίο τους προσδίδει κάποιο ιδιότυπο κοινωνικό status. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνουν τα αυτοκόλλητα στο πίσω παρμπρίζ το οποία αναγράφουν “stop that noise”, κάτι αντίστοιχο. Φυσικά ο ήχος της μηχανής μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς την ευθύνη του κατόχου εφόσον ο μηχανικός τον πείσει ότι “έτσι το αυτοκίνητο δουλεύει καλύτερα”. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τα στερεοφωνικά συγκροτήματα που ορισμένοι επιλέγουν να τοποθετούν στα αυτοκίνητα τους (και να διαφημίζουν με τα ανάλογα αυτοκόλλητα) τα οποία παράγουν ακόμα πιο δυνατό και ενοχλητικό ήχο. Θα αναφέρω μόνο ότι, ιδιαίτερα οι χαμηλές συχνότητες (μπάσα) που προκαλόυν είναι ακουστά ακόμα και με κλειστά τα παράθυρα καθως οι συγκεκριμένες συχνότητες μεταδίδονται ταχύτερα μέσω των στερεών. Φανταστείτε να προσπαθείτε να κοιμηθείτε και να ακούτε (στο μαξιλάρι σας!) τον καθαρό ήχο της μπότας μίας ντραμς και της κιθάρας μπασου ή τον επαναλαμβανόμενο ήχο ενός τραγουδιού χιπ χοπ. Και συνήθως αυτός ο θόρυβος διαρκεί ένα με δύο λεπτά, δηλαδή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την παρέλευση του οχήματος από την οδό. Χωρίς ωτοασπίδες μάλιστα το όχημα είναι ακουστό συνήθως για αρκετή ώρα. Ορισμένοι δε έχουν τη συνήθεια να κάνουν βόλτα γύρω γύρω στο ίδιο στενό με την μουσική στο τέρμα, βάζοντας ένα συγκεκριμένο καωουρο-τραγούδο, πραγματοποιόντας έτσι ένα είδος μοντέρνας… καντάδας, διαλύοντας στην κυριολεξία τα νεύρα των περιοίκων (εκ’ των οποίων κανείς φυσικά δεν τολμά να μιλήσει για να μη βρεθεί μπλεγμένος σε καυγά και τον μαχαιρώσουν).

Τα συγκεκριμένα οχήματα βέβαια δεν κινούνται μόνα τους. Οι κάτοχοι τους είναι οι πελάτες των παρακείμενων καφετεριών που μετά τις δέκα μεταμφιέζονται σε μπαρ – κέντρα διασκέδασης ή κονσοματζίδικα. Το γεγονός ότι ο ήχος αυτών των καταστημάτων είναι τόσο δυνατός που ακούγεται στα διπλανά στενά ακόμα και τις πρώτες πρωϊνές ώρες δεν φαίνεται να απασχολεί καμία αρχή ενώ είναι αμφίβολο ότι έχουν γίνει ποτέ καταγγελίες ή ακόμα και να έχουν γίνει δεν τελεσφόρησαν ποτέ. Υπάρχει μάλιστα και η διάχυτη εντύπωση στους περίοικους ότι οι αρχές ενέχονται στη λειτουργία των καταστημάτων είτε ως θαμώνες είτε ως συν-ιδιοκτήτες των καταστημάτων κι έτσι δεν τολμά κανείς να μιλήσει. Κι εγώ που γράφω αυτό την επιστολή πραγματικά φοβάμαι να κάνω καταγγελία καθώς μένω πολύ κοντά και δεν θα ήθελα να γίνω στόχος εκείνων που πουλάνε προστασία στα μαγαζιά (εκτός αν όλα αυτά είναι στη φαντασία μου που δεν το νομίζω).

Το εφιαλτικό σκηνικό συμπληρώνει ο θόρυβος από τους συναγερμούς. Αν υποθέσουμε ότι και μόνο ο ήχος ενός συναγερμού είναι ενοχλητικός, φανταστείτε να χτυπούν ταυτόχρονα δύο και τρεις. Αυτό επιτυγχάνεται με τον παρακάτω τρόπο: μηχανές ή αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, ρυθμισμένα ώστε να παράγουν τον περισσότερο θόρυβο (που παρομοιάζει με τον ήχο της λειτουργίας ενός υπερηχητικού τζετ ή ενός ελικοπτέρου) περνούν από το δρόμο(περίπου 150μ) αναπτύσοντας ταχύτητες 100χμ/ω (ίσως λιγότερο αλλά πάντως πολύ γρήγορα). Ο θόρυβος είναι τόσο ισχυρός που ερεθίζει το σύστημα συναγερμού καθώς είναι ρυθμισμένο να αντιλαμβάνεται δονήσεις, έτσι αυτός αρχίζει να χτυπά μέχρι να φιλοτιμηθεί ο ιδικοτήτης να τον κλείσει. Αυτό μπορεί να γίνεται δεκάδες φορές κάθε μέρα και νύχτα.

Συναγερμούς όμως δεν έχουν μόνο τα αυτοκίνητα αλλά και τα μαγαζιά. Περιστασιακά (ιδιαίτερα στις αργίες) και για διάφορους λόγους ενεργοποιούνται ορισμένοι από αυτούς με αποτέλεσμα να χυπούν για ώρες καθώς οι ιδιοκτήτες τους δεν γνωρίζουν ή αργούν να πληροφορηθούν το συμβάν. Ο ήχος των συναγερμών αυτών είναι ισχυρότερος από εκείνου των αυτοκινήτων. Φυσικά το επίπεδο κλοπών αυτοκινήτων και διαρρήξεων καταστημάτων είναι μηδενικό στην περιοχή καθώς είναι τόσο πυκνοκατοικημένη που είναι αδύνατον να μην γίνεις ορατός από κάποιον οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ότι κι αν κάνεις.

Ένα άλλο πολύ συνηθισμένο φαινόμενο είναι τα κορναρίσματα. Ακριβώς επειδή η περιοχή είναι εμπορική πιάτσα και ο δήμος έχει κάνει τα πάντα για να αποτρέψει την στάθμευση των αυτοκινήτων στους δρόμους με τα μαγαζιά, οι πελάτες τους αδυνατούν να βρουν χώρο στάθμευσης ή δεν θέλουν να πληρώσουν γι’ αυτό, αφήνουν τα αυτοκίνητα τους στις εισόδους των πάρκιγκ των πολυκατοικιών. Αφήνουν βέβαια και τα αλάρμ να αναβοσβήνουν ως ένδειξη… προσωρινότητας. Ωστόσο, απλά να μπεις και να βγεις στο μαγαζί θέλεις ένα τέταρτο με μισή ώρα. Στο διάστημα αυτό, κάτοικοι των πολυκατοικιών που επιλέγουν να βγουν με το αυτοκίνητο τους βρίσκονται αποκλεισμένοι από τα αμάξια των άλλων. Εκνευρισμένοι αρχίζουν να πατούν την κόρνα διαρκώς μέχρι να έρθει ο άλλος. Βέβαια, ποτέ ο άλλος δεν τους ακούει και έρχεται την στιγμή που θα ερχόταν ούτως ή άλλως. Αφού ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις οι δύο οδηγοί φεύγουν με τις αυτοκινητάρες τους και όλα ωραία και καλά για εκείνους. Όσο για εμάς, προστίθεται άλλο ένα καρφάκι στο σταυρό του μαρτυρίου μας.

Άφησα για το τέλος το ζοφερό θόρυβο από τα παπάκια και τις μηχανές που χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: η μία αποτελείται από εκείνα που κατέχουν νεαρά άτομα και θεωρούν ότι όσο περισσότερο θόρυβο παράγουν οι μηχανές τους, τόσο περισσότερο καταξιώνονται στον περίγυρο τους. Η άλλη αφορά του υπαλλήλους των φαγάδικων (που είναι κι αυτά δεκάδες) οι οποίοι εργάζονται πολλές φορές περιστασιακά και έχουν προφανώς πεισθεί ότι βάζοντας εκείνη την ιδιαίτερη εξάτμιση που παράγει τον περισσότερο θόρυβο, θα έχουν μια αύξηση 3 ή 5 χμ/ω στην τελική ταχύτητα του οχήματος τους, κι έτσι επιλέγουν να κάνουν αυτή τη θυσία προς όφελος της παραγωγικότητας τους… οι ιδιοκτήτες των φαγάδικων φυσικά νείπτουν τας χείρας τους καθώς ενδιαφέρονται κυρίως για την εξυπηρέτηση των πελατών τους, όπως κι αυτή να επιτυγχάνεται. Ορισμένοι μάλιστα έχουν οχήματα που παράγουν πολλαπλάσιο θόρυβο. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και καφετέριες έχουν επιστρατεύσει παπάκια για την μεταφορά… καφέ στη δίπλα γειτονιά.

Όλα τα παραπάνω απολαμβάνουν την πλήρη ανοχή καθώς ένα μέρος των κατοίκων της περιοχής έχει αφομοιώσει, αποδεχθεί και αναπαράγει αυτές τις συμπεριφορές, νομιμοποιόντας τες. Άλλωστε οι περισσότεροι είναι επίσης κάτοχοι αυτοκινήτων με την ίδια συμπεριφορά απέναντι στους άλλους και μάλιστα βρίσκονται σε δεινή κατάσταση καθώς ο πόλεμος για μία θέση πάρκινγκ είναι βραχύβιος και διαρκής. Οι βαρύκοοι δε ηλικιωμένοι και μή επιτείνουν την κατάσταστη βάζοντας την
τηλεόραση τους στη διαπασόν. Και πως να μην είσαι βαρύκοος σε μια περιοχή που το επίπεδο θορύβου δεν πέφτει ποτέ παρά μόνο μεταξύ 5 με έξι το πρωί Πέμπτη ξημερώματα…

Τελειώνοντας να σας πω ότι έχω καταλήξει να παίρνω κατασταλτικές ουσίες  ροκειμένου να μπορέσω να κοιμηθώ (οι ωτοασπίδες δεν κάνουν τίποτα), με όλες τις παρενέργειες που έχουν αυτές στη ζωή μου. Έχω αποσυρθεί από την αγορά εργασίας γιατί δεν καταφέρνω ποτέ να ξυπνήσω μία λογική ώρα και κανένας εργοδότης δεν δέχεται την καθημερινή καθυστέρηση. Οι βραδινές εργασίες ενέχονται με τον α ή β τρόπο στο φαινόμενο της ηχορύπανσης, οπότε και δεν τις θεωρώ κατάλληλες για να αναμιχθώ με αυτές. Η γυναίκα μου με παράτησε και μετακόμισε σε άλλη περιοχή γιατί δεν άντεχε πλέον. Εγώ δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσω ούτε να τοποθετήσω καλή (δηλαδή ακριβή) ηχομόνωση στο σπίτι μου. Εν ολίγοις, ζω σε μία κόλαση. Χαίρομαι όταν φεύγω από το σπίτι μου και επιστρέφω με φόβο για  το τι θα αντιμετωπίσω. Αν δηλαδή κάποιος επιλέξει στις 3 το πρωί να περάσει ακούγοντας μουσική στη διαπασών, ή αν κάποιος άλλος επιλέξει να σταθμεύσει κάτω από το παράθυρο μου για 2 ώρες με τη μηχανή στο ρελαντί, προκειμένου να κρατά το χώρο του ζεστό με το air condition. Έχω σκεφτεί πολλές φορές να αυτοκτονήσω αλλά δεν το κάνω για να μην στενοχωρήσω τα λίγα κοντινά πρόσωπα που μου έχουν απομείνει.

Δεν ξέρω τι να κάνω, χαίρομαι που υπάρχει ένα blog στο οποίο μπόρεσα και εξέφρασα τον πόνο μου, παρ’ ότι βλέπω ότι επικαλείστε διαρκώς νόμους και διατάξεις, ενώ είναι γνωστό ότι αυτά ποτέ δεν προστάτεψαν τους φτωχούς και τους αδύναμους, Γι’ αυτό δεν περιμένω βέβαια κάτι να αλλάξει. Διαφωνώ με την στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, μειονοτήτων ή ετεροτήτων καθώς έχει σα σκοπό να αποκρύψει το φαινόμενο και να του προσδώσει παραπλανητικό χαρακτήρα, ενώ υποθάλπτει έναν υποβόσκων ρατσισμό με τον οποίο είμαι αντίθετος. Την αστυνομία δεν την καλώ γιατί αφ’ ενός δεν ξέρω τι απ’ όλα να τους πω (λες και δεν τα ξέρουν) και αφ’ ετέρου τους φοβάμαι, βλέποντας ότι και οι ίδιοι χρησιμοποιούν οχήματα με τις ίδιες τροποποιήσεις (και τον ανάλογο θόρυβο) ενώ έχω παρατηρήσει ότι οι συμπεριφορές τους χαρακτηρίζονται απο τη νοοτροπία του “μάγκα” και του “νταή” γιατί μόνο έτσι γίνονται αποδεκτοί και θεωρούνται αποτελεσματικοί απο εκείνους που υπολογίζουν στη βοήθειά τους. Έτσι θεωρώ ότι το ζήτημα είναι απόλυτα νομιμοποιημένο στην ελληνική κοινωνία και όποιος το ανακινεί θεωρείται “ξενέρωτος”, “γέρος” ή “αγάμητος”.

Αυτές είναι ενδεικτικά και μερικές ύβρεις που συνηθίζουν να εκστομίζουν κραυγάζοντας οι περαστικοί και πελάτες των μαγαζιών ακόμα και στα άγρια χαράματα, αδιαφορώντας αν την ίδια στιγμή κάποιος προσπαθεί να κοιμηθεί ή να κάνει κάτι άλλο μέσα στα πλαίσια που ορίζουν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα…

Λίγο πιο πάνω από την πλατεία Ελευθερίας, οι φυλακές, ο τόπος της επιβεβλημένης σιγής, ο τάφος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο αρνητικός καθρέπτης όσων διαδραματίζονται λίγα μέτρα πιο κάτω. Ή μήπως η φυσική του συνέχεια;;;